Είστε εδώ

    Θαλάσσια Θηλαστικά στο Αιγαίο

    Τα τελευταία περιστατικά με τις νεκρές φάλαινες (τελευταίο στη Σάμο ) έρχονται να προστεθούν σε μια μεγάλη σειρά παρόμοιων περιστατικών με θαλάσσια θηλαστικά. Η περιβαλλοντική κρίση φαίνεται ότι δεν εξαιρεί πλέον τα μεγάλα και απρόσιτα βάθη των ελληνικών θαλασσών.
    Από τις αρχές του χρόνου σε διάφορα σημεία του Αιγαίου και του Ιονίου έχουν βρεθεί πολλά νεκρά κήτη. Φώκιες, ζωνοδέλφινα, σταχτοδέλφινα, ρινοδέλφινα, ζιφιοί, φυσητήρες και μια πολύ σπάνια φώκαινα έχουν ξεβραστεί στις ακτές σκοτωμένα από πυροβολισμούς, μαχαιρώματα και δυναμίτες.
    Οι αιτίες γι’ αυτή την σφαγή είναι διαφορετική για κάθε είδος. Οι φώκιες και τα δελφίνια σκοτώνονται από τους ψαράδες, γιατί τους ανταγωνίζονται στο ψάρεμα. Αντίθετα, οι φάλαινες φυσητήρες ζουν στα βαθιά νερά και οι θάνατοί τους οφείλονται σε διάφορες αιτίες, από τις προσκρούσεις με πλοία μέχρι τις στρατιωτικές ασκήσεις με τη χρήση σόναρ που αποπροσανατολίζει τις φάλαινες.
    Δεν ήταν πάντοτε τόπος θανάτου το Αιγαίο για τα θαλάσσια θηλαστικά.
    Στην αρχαιότητα τα μελετούσαν, είχαν πλάσει θρύλους και τα είχαν κάνει σύμβολα. Ο Αριστοτέλης στο «Περί ζώων ιστορίας» περιγράφει πολύ καλά τη βιολογία των κητωδών και αναφέρει ότι το δελφίνι, η φάλαινα και τα άλλα κήτη δεν έχουν βράγχια (όπως τα ψάρια) αλλά φυσητήρες και ζωοτοκούν. Η φώκαινα είναι διαφορετική από το δελφίνι κι έχει κυανό χρώμα, επισημαίνει ο Αριστοτέλης.
    Περίπου 2.000 χρόνια πριν από τον Αριστοτέλη και 4.000 χρόνια από σήμερα, οι κάτοικοι της Κρήτης είχαν συμπεριλάβει στο «ιερογλυφικό» σύστημα γραφής τους την εικόνα μιας φάλαινας. Το σημείο με την φάλαινα έχει αριθμό 120 στον κατάλογο της Κρητικής ιερογλυφικής γραφής, που κατάρτισε ο άγγλος αρχαιολόγος Έβανς, ο θεμελιωτής της (λεγόμενης)«μινωικής» αρχαιολογίας. Μέχρι σήμερα οι φάλαινες συνεχίζουν να συχνάζουν στο Λυβικό Πέλαγος, στα νότια της Κρήτης, κυρίως στα ανοιχτά του νομού Χανίων και της Γαύδου.
    Αλλά και το όνομα που χρησιμοποιούμε κι εμείς μέχρι σήμερα γι’ αυτά τα θαλάσσια θηλαστικά είναι αρχαίο.. Φάλαινα (και φάλαινα) είναι το θηλυκό της λέξης φαλλός. Οι αρχαίοι Έλληνες της έδωσαν αυτό το όνομα, γιατί το σώμα της μοιάζει με τον φαλλό (το ανδρικό μόριο) ιδιαίτερα όταν βγαίνει πάνω από την θάλασσα για να αναπνεύσει. Φάλαινες και θαλάσσια θηλαστικά εμφανίζονται συχνά και στις αρχαίες αγγειογραφίες. Σε έναν ερυθρόμορφο κρατήρα του 480 π.Χ. (Kunsthistorisches Museum, Βιέννη) η μορφή του Ποσειδώνα συνοδεύεται από διάφορα ζώα κι ανάμεσά τους ξεχωρίζει μία φάλαινα με την ανασηκωμένη ουρά της.
    Σύμφωνα με τις επιστημονικές παρατηρήσεις, τα είδη της φάλαινας που συναντιούνται πιο συχνά στις ελληνικές θάλασσες είναι η πτεροφάλαινα (Balaenoptera physalus), ο φυσητήρας (Physeter macrocephalus) και η ραμφοφάλαινα. Η πτεροφάλαινα φθάνει σε μήκος τα 25 μέτρα, ο αρσενικός φυσητήρας τα 16 και η ραμφοφάλαινα τα 7- 8 μέτρα.
    Υπολογίζεται ότι υπάρχουν 83 είδη κητωδών παγκοσμίως, δηλαδή δελφίνια, φάλαινες και άλλα είδη. Στην Μεσόγειο έχουν παρατηρηθεί 23 είδη και στις ελληνικές θάλασσες 12 που είναι τα εξής: Φώκαινα (Phocoena phocoena), Ζωνοδέλφινο (Stenella coeruleoalba), Κοινό Δελφίνι (Delphinus delphis), Ρινοδέλφινο (Tursiops truncatus), Γράμπος ή Σταχτοδέλφινο (Grampus griseus), Ψευδόρκα (Pseudorca crassidens), Ζιφιός (Ziphius cavirostris), Ρυγχοφάλαινα (Balaenoptera acutorostrata), Φυσητήρας (Physeter macrocephalus), Δίδοντος Μεσοπλόδοντας ή Βορεινή Ραμφοφάλαινα, (Mesoplodon bidens), Μεγάπτερη ή Καμπουρωτή φάλαινα (Megaptera novaeangliae), Πτεροφάλαινα (Balaenoptera physalus).
    Από αυτά, μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζει η φώκαινα (ή φαλιανός). Παρότι αναφέρεται ονομαστικά από τον Αριστοτέλη, δεν είχε βρεθεί μέχρι το 2000 όχι μόνο στις ελληνικές θάλασσες αλλά και σ’ όλη τη Μεσόγειο. Μεταξύ 2000-2005 βρέθηκαν 5 φώκαινες, που όμως ήταν νεκρές κι είχαν ξεβραστεί σε ακτές του Θρακικού Πελάγους και στη Νέα Ηρακλείτσα Καβάλας Παρ’ όλα αυτά η ύπαρξη της φώκαινας στο Αιγαίο και την Μεσόγειο παραμένει μυστήριο, γιατί προτιμάει τα ψυχρά βαθιά νερά.
    Τα πολύ βαθιά νερά προτιμούν και οι φάλαινες φυσητήρες. Αυτές όμως ζουν σε κοπάδια, πλησιάζουν αρκετά τις ακτές κι έχουν εντοπιστεί πολλές φορές στο Λιβυκό, στο Μυρτώο και το Κρητικό πέλαγος. Τρέφονται με καλαμάρια, σε πολύ βαθιά νερά εκεί που δεν ψαρεύει ο άνθρωπος, και με αφρόψαρα. Μερικές φορές περνούν τον δίαυλο ανάμεσα στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα και εμφανίζονται στο βόρειο Αιγαίο.Τα ελληνικά πελάγη έχουν μεγάλα βάθη (το μεγαλύτερο βάθος της Μεσογείου βρίσκεται μεταξύ Κρήτης-Κυθήρων) και τα προτιμούν οι φάλαινες. Μερικά είδη με μεγάλες διαστάσεις μπαίνουν περιστασιακά από τον Ατλαντικό Ωκεανό στη Μεσόγειο κι εμφανίζονται και στις ελληνικές θάλασσες. Μια μεγάπτερη φάλαινα παρατηρήθηκε το 2001 κοντά στο Τολό της Αργολίδας και το 2002 στη Λευκάδα.
    Μία πτεροφάλαινα είχε δημιουργήσει μεγάλη συγκίνηση σε πολλά νησιά των Κυκλάδων. Εμφανίστηκε στους όρμους Αμμούδι και Αρμένι της Σαντορίνης, μετά σε άλλα νησιά και γενικά φαινόταν να έχει χάσει τον προσανατολισμό της ανάμεσα σε τόσα νησιά, νησίδες και ξέρες. Τελικά πέθανε και το πτώμα της ξεβράστηκε στην Κύθνο.
    Άλλα περιστατικά με διάφορες εμφανίσεις φαλαινών τα τελευταία χρόνια έχουμε σε Τήνο, Εύβοια, Μεσσηνία, Κέρκυρα, Γύθειο, ακτές Αγίου Ορους, Λήμνο, Σκοτίνα Πιερίας, Βιάνο Ηρακλείου Κρήτης, Μερικούντα Χίου, Γέρακα Αλοννήσου, Ρόδο, Αγία Γαλήνη Κρήτης (κοπάδι με 45 φάλαινες), Πλατιές Κεφαλονιάς, Πόρτο Κουφό Σιθωνίας, Παγασητικό κόλπο, κλπ. Στην Κάρπαθο βρέθηκε τον περασμένο Νοέμβριο νεκρή μια θηλυκιά φάλαινα φυσητήρας στην ακτή του Λεύκου. Τα τελευταία περιστατικά συνέβησαν στην Κεφαλονιά και την Σάμο.
    Τα στοιχεία δείχνουν ότι υπάρχουν μόνιμοι πληθυσμοί από φυσητήρες και ραμφοφάλαινες στη Μεσόγειο και τη Μαύρη Θάλασσα. Οι πτεροφάλαινες εμφανίζονται σπάνια στις θάλασσές μας και δεν είναι γνωστό εάν είναι περαστικές από τον Ατλαντικό ή έχουν μόνιμους πληθυσμούς στη Μεσόγειο. Ο μέγιστος αριθμός φυσητήρων σε κοπάδι που έχει αναφερθεί είναι οκτώ. Για τις πτεροφάλαινες δεν υπάρχουν πληροφορίες για περισσότερα από δύο άτομα μαζί. Τρέφονται με κεφαλόποδα, κυρίως καλαμάρια.
    Ο σημαντικότερος εχθρός των κητωδών (φάλαινες, δελφίνια) στη Μεσόγειο είναι τα αφρόδικτα, μήκους πολλών χιλιομέτρων. Σέρνονται από οργανωμένους αλιευτικούς στόλους, που έρχονται ακόμα και από την Ιαπωνία, σαρώνοντας τα πάντα. Τα περιστατικά των τελευταίων μηνών όμως, με πυροβολημένα και μαχαιρωμένα θαλάσσια θηλαστικά σε όλο το Αιγαίο, δείχνουν ότι οι κίνδυνοι που τα απειλούν διευρύνθηκαν. Οι ψαράδες δεν διστάζουν να τα σκοτώσουν, γιατί τα αντιμετωπίζουν ως αντιπάλους στις ψαριές αφού τα ιχθυαποθέματα έχουν περιοριστεί δραματικά. Σ’ αυτά πρέπει να προθέσουμε και την εκτεταμένη ρύπανση του θαλασσίου περιβάλλοντος. Πολλά δελφίνια πεθαίνουν γιατί καταπίνουν πλαστικές σακούλες.
    Φάλαινες, δελφίνια και φώκιες έχουν τροφοδοτήσει με ιστορίες την ελληνική μυθολογία από τα πανάρχαια χρόνια. Σε λίγα χρόνια όμως, έτσι όπως είναι η κατάσταση, η ύπαρξη τους στο Αιγαίο θα είναι ένα πραγματικό παραμύθι
    http://nature-greec.blogspot.com
     
    Η πτεροφάλαινα
    Η πτεροφάλαινα είναι η μεγαλύτερη φάλαινα που παρατηρείται στην Ελλάδα. Τέτοια εποχή μάλιστα η παρουσία της είναι σταθερή στο Βόρειο Ιόνιο. Έχει μήκος, κατά μέσο όρο, 20 μέτρα και απαντάται στα πελάγη, κυρίως σε βάθη άνω των 2.000 μέτρων.Τα στοιχεία που υπάρχουν για το είδος είναι ελλιπή, πόσο μάλλον για τον ελληνικό πληθυσμό.
    Έλληνες επιστήμονες την εντοπίζουν σταθερά ανοικτά των Ιονίων νήσων. Κάποιες χρονιές όμως παρατηρείται και πολύ κοντά στις ακτές του Αιγαίου, ακόμη και μέσα στον Σαρωνικό (συνήθως από τον Φεβρουάριο έως τα τέλη Απριλίου).
    Γενικότερα, η κατάσταση των πληθυσμών της στη Μεσόγειο είναι άγνωστη. Ωστόσο, οι επιστήμονες έχουν καταλήξει ότι η πτεροφάλαινα της Μεσογείου (Balaenoptera physalus) είναι απομονωμένη γενετικά από τις πτεροφάλαινες του Ατλαντικού.
    Το επιστημονικό όνομα του γένους, Balaenoptera, προέρχεται από το λατινικό Balaena (έχει τη ρίζα του στο αρχαίο ελληνικό «φάλαινα») και το αρχαίο ελληνικό «πτερόν» που σημαίνει πτερό ή πτερύγιο.
    Ο όρος physalus έχει τη ρίζα του στην ελληνική λέξη «φύσαλος» η οποία προέρχεται από το ελληνικό ρήμα «φυσάω». Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά από τον Οππιανό για να περιγράψει ένα είδος μεγάλου κητώδους, κάνοντας αναφορά στον ηχηρό και μεγάλο πίδακα της εκπνοής του.
    Τρελαίνεται για μικρές γαρίδες
    Η πτεροφάλαινα, όπως αναφέρει ο θαλάσσιος βιολόγος και υπεύθυνος θαλάσσιου περιβάλλοντος στο WWF Ελλάς κ. Γιώργος Παξιμάδης τρέφεται με «κριλ», δηλαδή ζωοπλαγκτόν, το οποίο μοιάζει με μικρές γαρίδες. Λεπτομερή στοιχεία για τον αναπαραγωγικό της κύκλο δεν υπάρχουν, είναι γνωστό ωστόσο ότι, όπως και τα υπόλοιπα είδη μυστακοκητών, περνά κάθε χρόνο από τη φάση της διατροφής στη φάση της αναπαραγωγής.
    «Στη φάση διατροφής, πρέπει να καλύψει τις ανάγκες ενός ολόκληρου έτους, που στην περίπτωση ενός ώριμου θηλυκού αυτές είναι 330 τόνοι τροφής. Η πτεροφάλαινα ορμά με δύναμη σε ένα κοπάδι και τοποθετεί το στόμα της όπου υπάρχει μεγαλύτερη πυκνότητα ψαριών, ενώ χάρη στις πτυχώσεις τους στόματός της, η διάμετρος του σώματός της στην περιοχή της κάτω σιαγόνας και του λαιμού υπερδιπλασιάζεται. Δεν έχει παρατηρηθεί κάποια συγκεκριμένη τεχνική συγκέντρωσης των κοπαδιών των ψαριών ή συνεργασία ή ανταγωνισμός κατά τη διάρκεια της διατροφής», επισημαίνει ο κ. Παξιμάδης.
    Ωστόσο, όπως εξηγεί ο ίδιος, ίσως οι ήχοι χαμηλής συχνότητας που παράγονται, πιθανώς και ακούσια, στη φάση σύλληψης της τροφής και διαδίδονται σε μεγάλες αποστάσεις, να ειδοποιούν και άλλες πτεροφάλαινες σε απόσταση πολλών χιλιομέτρων.
    Ταξίδια στο ωκεανό
    Η πτεροφάλαινα πραγματοποιεί μεγάλα ωκεάνια ταξίδια σταθερά δύο φορές το χρόνο. Από τα θερμά και τροπικά νερά όπου ζει και αναπαράγεται κατά τη διάρκεια του χειμώνα, μεταναστεύει προς σε ύδατα όπου μπορεί να τραφεί στη διάρκεια του καλοκαιριού.
    Εξαίρεση στον παραπάνω κανόνα αποτελεί ο πληθυσμός της Μεσογείου. «Ενώ θεωρητικά θα έπρεπε να εγκαταλείπουν τα μεσογειακά νερά στη διάρκεια του καλοκαιριού, ακριβώς εκείνη την εποχή η παρουσία τους είναι άφθονη», υποστηρίζει ο κ. Παξιμάδης.
    Η κοινωνική δομή της πτεροφάλαινας είναι απλή. Ο πιο ισχυρός (και ίσως ο μοναδικός) δεσμός είναι αυτός μεταξύ μητέρας και παιδιού ο οποίος πιθανώς να χάνεται μετά τον απογαλακτισμό, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν παρατηρούνται ομάδες πτεροφάλαινων.
    Τα στοιχεία για τις περοφάλαινες στη Μεσόγειο προέρχονται από το πρόγραμμα «Θάλασσα» το οποίο υλοποιεί η MOm και το WWF Ελλάς σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Κητολογικών Ερευνών Πέλαγος και το Tethys Research Institute. Περισσότερες πληροφορίες για το Θάλασσα υπάρχουν στο www. thalassa - project. Gr
    Το μέγεθος μετράει
    Η πτεροφάλαινα είναι το δεύτερο μεγαλύτερο ζώο σε μέγεθος μετά τη γαλάζια φάλαινα. Η εκπνοή της δημιουργεί έναν πίδακα ο οποίος φτάνει τα 6 μέτρα μήκος και είναι ορατός από απόσταση μεγαλύτερη ακόμη και των δύο ναυτικών μιλίων.
    «Το φύσημα δεν είναι εκτόξευση νερού αλλά υδρατμός που δημιουργείται κατά την επαφή του κρύου νερού της θάλασσας με το ζεστό νερό που εκπνέει το κήτος», λέει ο κ. Παξιμαδης.
    Λόγω του υδροδυναμικού σώματός της, η πτεροφάλαινα αποτελεί μια βιολογική «μηχανή» κατάλληλη για μεγάλα ωκεάνια ταξίδια με σχετικά μικρές ενεργειακές δαπάνες. Παράλληλα, είναι το ταχύτερο είδος μυστακοκήτους αφού μπορεί να ξεπεράσει τα 37 χλμ. την ώρα.
    Στη διάρκεια των μεταναστεύσεών της, έχει παρατηρηθεί ότι άνετα διατηρεί ταχύτητες μεγαλύτερες των 7 κόμβων για πάρα πολλές ώρες, οπότε θα μπορούσε να καλύπτει και 292 χλμ. την ημέρα.